Γιατί η ακρίβεια ήρθε για να μείνει

Η ακρίβεια τιμών καταναλωτή δεν μετριέται μόνο στο ράφι, αλλά στις επιλογές που στενεύουν και στα όνειρα που αναβάλλονται...

Τι να κρατήσεις (Takeaways)

Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο που θα υποχωρήσει. Είναι αποτέλεσμα μιας ολόκληρης αλυσίδας που επιβαρύνει το τελικό προϊόν σε κάθε στάδιο: παραγωγός, μεταφορέας, μεταποίηση, διανομή, χονδρική, λιανική, supermarket. Κάθε κρίκος προσθέτει το δικό του καπέλο (κέρδος), μετατρέποντας ένα αρχικά φθηνό προϊόν σε κάτι δυσανάλογα ακριβό για τον καταναλωτή. 

Στην Ελλάδα δεν είναι μόνο το κόστος παραγωγής δομικό πρόβλημα, ή το κόστος ενέργειας, αλλά οι πολλοί ενδιάμεσοι που αυξάνουν την τελική τιμή. Επίσης, έχουμε τεράστια εξάρτηση από εισαγωγές, έχουμε (μη-αυτοματοποιημένες) άρα ακριβές και αργές διαδικασίες μεταποίησης, αλλά και έλλειψη κλίμακας. Να παράγεις 100 κουτάκια, ή ένα εκατομμύριο; Αφήστε που ο πρωτογενής τομέας στη χώρα παραμένει μη ελκυστικός χώρος εργασίας για τους νέους ανθρώπους. Συνολικά, όλα αυτά μαζί, δημιουργούν μια μόνιμη δομή ακρίβειας που δύσκολα ανατρέπεται.

Το πρώτο θέμα είναι πως οι άνθρωποι του αγροτοκτηνοτροφικού τομέα δεν έχουν εξελιχθεί, χωρίς τεχνολογίες και αυτοματισμούς, έχουν μικρούς κλήρους (άρα αδυναμία συνεργειών και παραγωγής μεγάλων όγκων και συνολικής διαπραγμάτευσης τιμών-κόστους), βασίζονται στην εσωτερική-περιοχικά αγορά και στηρίζονται από το 1980 σε Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις. Η εξαίρεση είναι τα Θερμοκήπια Θράκης, όχι ο κανόνας. Αυτά δεν τους επιτρέπουν να είναι ανταγωνιστικοί, κατά επέκταση δεν έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν την αλυσίδα αξίας. Αν δει κανείς πως φτάσαμε στην κρίση της ευλογιάς ζώων, εύκολα θα φανταστεί πόσο πρόχειρα (ή παλιομοδίτικα) γίνονται τα πράγματα.

Είχε πάντα τη σημασία του ότι ο Έλληνας παραγωγός οπωροκηπευτικών, αν εξαιρέσεις λαϊκές, δεν πουλάει απευθείας στον καταναλωτή (δεν ξέρει πως, είναι άλλη δουλειά). Δεν έχει δίκτυο-σημεία-logistics partner, δεν ξέρει marketing-app-διανομή και τελικά πουλάει μεγάλο όγκο (μην του μείνει) σε χαμηλή αξία. Αναγκάζεται να ξεπουλήσει φθηνά σε έναν ενδιάμεσο που με τη σειρά του πουλάει σε άλλους δύο-τρεις (με τα καπέλα που λέγαμε).

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι η τεράστια εξάρτηση της χώρας από τα εισαγόμενα προϊόντα. Από καύσιμα έως ζωοτροφές, από γάλα μέχρι τρόφιμα και όλες τις πρώτες ύλες. Όταν η οικονομία ενός κράτους εξαρτάται από τις εισαγωγές, οι διεθνείς κρίσεις μεταφράζονται σε άμεσες αυξήσεις τιμών (και καπέλων κέρδους) στο ράφι. Είσαι ανυπεράσπιστος. Οι μεταφορές, τα καύσιμα, οι δασμοί και οι καθυστερήσεις στα λιμάνια μεταφέρονται όλα στον τελικό καταναλωτή από διάθεση αισχροκέρδειας ή αδυναμία. Χαμογελάει ο broker προϊόντων και ο ναυτιλιακός…

Το τρίτο μεγάλο πρόβλημα είναι οι ενδιάμεσοι και τα supermarkets που κάνουν εμπορικά παιχνίδια. Αφού κάθε θέση στο ράφι πληρώνεται ακριβά (για τον μεγάλο και εκείνο που προσπαθεί να χωθεί με τη μαρμελάδα του), τότε η επιχείρηση προσπαθεί να βγάλει κέρδος δίνοντας 3σε1 δώρο και ειδικούς τιμοκατάλογους, και όλοι ξεχνούν τον καταναλωτή…μαζί με μια διάθεση αισχροκέρδειας. Μπορεί οι αλυσίδες να προτείνουν own labels αλλά και αυτό είναι μέσο διατήρησης του traffic, όχι εξισορρόπηση τιμών.

Το τέταρτο μεγάλο πρόβλημα είναι η μανία των επιχειρήσεων FMCG για κέρδη… Μειώνεται διεθνώς η τιμή καφέ, σοκολάτας, σιτάλευρων, ζυμών; Οι τιμές λιανικής δεν αλλάζουν. Who cares! Να βρουν να πληρώσουν οι καταναλωτές, άλλωστε οι τιμές στο ράφι είναι ένα παιχνίδι shelf browsing. Οι καταναλωτές δεν έχουμε μάθει να συγκρίνουμε τιμή κιλού, να συγκρίνουμε ποσότητες και να διαβάζουμε διατροφικούς πίνακες, οπότε happy hour για τη βιομηχανία!

Το πέμπτο μεγάλο πρόβλημα, είναι η ενίσχυση του πρωτογενούς μεταποιητικού τομέα για να βγουν περισσότερα και ίσως οικονομικότερα προϊόντα. Η μεταποίηση, αντί να προσθέτει αξία, συχνά έχει μόνο κόστος, γιατί πολλές μονάδες είναι μικρές (μικρή παραγωγική κλίμακα), λειτουργούν με υψηλές δαπάνες ενέργειας-εργατικών-λειτουργίας. Είναι δε κλάδοι κουραστικοί, χαμηλά αμειβόμενοι, χωρίς τεχνολογία, χωρίς εξέλιξη και χωρίς εργασιακή ασφάλεια (χωρίς καλή εικόνα εργοδότη και στην περιφέρεια). Οι νέοι προτιμούν υπηρεσίες, digital, ή τα επαγγέλματα της “αστικής οικονομίας”. Έτσι οι επιχειρήσεις είναι σε mode επιβίωσης, η παραγωγή μικραίνει, και οι τιμές ανεβαίνουν. 

Τι μπορεί να κάνει ο καταναλωτής, για να στείλει μήνυμα και να προφυλάξει το εισόδημά του;

  1. να επιλέγει προϊόντα χωρίς περιττές πιστοποιήσεις που ανεβάζουν την τιμή
  2. να αγοράζει από συνεταιρισμούς, παραγωγικά δίκτυα, λαϊκές
  3. να συγκρίνει πάντα τις τιμές online (websites, apps, e-katanalotis) και στο ράφι
  4. να περιορίζει στη λίστα του τα εισαγόμενα προϊόντα, όταν υπάρχει ελληνική εναλλακτική
  5. να είναι επιλεκτικός, να μην παρασύρεται από marketing συσκευασίας

Η ακρίβεια θα μείνει, αλλά ο καταναλωτής δεν είναι ανίσχυρος. Η ενημέρωση, η επιλογή και η εξυπνάδα μας (στην επιλογή προϊόντων) μπορούν να μειώσουν το κόστος μας περισσότερο από όσο νομίζουμε.

Είμαι ο Τάσος Παγκάκης. Βοηθώ leaders και ομάδες να μετατρέπουν την αλλαγή σε ανάπτυξη, δουλεύοντας στο τρίγωνο Στρατηγικής-Επικοινωνίας-Compliance. Παρεμβαίνω όπου υπάρχει ασάφεια, δίνω πάντα πλαίσιο αποφάσεων, καθαρό narrative και roadmap. Αν θέλεις βοήθεια και κατεύθυνση σε θέματα στρατηγικής, μίλησέ μου και θα σε βοηθήσω.

Related Posts